Σάββατο 31 Ιουλίου 2010

Ἡ Τεράστια Κοινωνικὴ Σημασία τῶν Βλακῶν ἐν τῷ Συγχρόνῳ Βίῳ ( Μέρος IΙΙ από ΙΙΙ)

VI

10. Ὡς πρὸς τὴν κοινωνικὴν προέλευσιν τῶν βλακῶν διαπιστούται ὅτι ἡ παραγωγὴ βλακῶν δὲν εἶναι ταξική. Ἡ πονηρὰ φύσις δὲν ἔδωκεν εἰς ὠρισμένην τινὰ κοινωνικὴν τάξιν τὸ ἐπίζηλον τοῦτο προνόμιον. Ἐπεδαψίλευσεν ἴσως ὡς φαίνεται, εἰς τὴν ἑκάστοτε ἄνω τάξιν τοὺς διασκεδαστικωτέρους ἁπλῶς τύπους βλακῶν, ἀλλὰ δὲν ἐστέρησεν οὐδεμίαν ἄλλην κοινωνικὴν τάξιν τῆς σοβαρᾶς συμβολῆς των. Ὁ βλὰξ ὑπουργός, ὁ ἀγόμενος καὶ φερόμενος ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων του καὶ τὰ μέλη ἑνὸς ἐργατικοῦ σωματείου, τὰ ὁποῖα ἐκμεταλλεύεται ὁ πονηρὸς ἐργατοκάπηλος, ἀποτελοῦν δυὸ ἀντίθετα παραδείγματα τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ βλακεία δὲν ἔχει ταξικὴν τὴν πατρίδα.
Ψυχολογικὰ δὲ εἶναι κυρίως τὰ περιεχόμενα, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦν τὰς ποικιλίας καὶ παραλλαγὰς μεταξὺ τῶν βλακῶν. Ὁ fils a papa τῆς ἄνω τάξεως, ὁ ὁποῖος λόγω φυσικῆς ἀτροφίας τοῦ βουλητικοῦ του κόσμου, λαμβάνει σοβαρῶς ὑπ᾿ ὄψιν τὴν ἀτελεύτητον σειρὰν τῶν ἀπαγορεύσεων τῆς οἰκογενείας του, στερούμενος δὲ καὶ ἰδῖας πνευματικότητος, καταντᾷ εἰς τὸ τέλος τύπος χωρὶς τὴν ἐλαχίστην προσωπικότητα, ὀνομάζεται ὑπὸ τῆς τάξεώς του ἐπιεικέστατα «καλὸ παιδί», εἰς δὲ τὴν ἀντικειμενικὴν διάλεκτον θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποκληθῆ «εὐπρεπὴς βλάξ», ἐνῷ τὸ «τέκνον τοῦ λαοῦ» εἰς τὴν αὐτὴν περίπτωσιν ὀνομάζεται ὑπὸ τοῦ εὐφυεστέρου καὶ κυριολεκτοῦντος λαοῦ δραστικώτατα «κόπανος». Σημαντικῶς αὐστηροτέρα εἶναι ἑπομένως ἡ φυσικὴ ἐπιλογὴ ἐντὸς τῆς κάτω τάξεως: ἐνῷ λ.χ. ὁ fils a papa εἰς τὴν μαθητικὴν ἡλικίαν τυγχάνει τῆς ἀγωγῆς, τῶν μορφωτικῶν μέσων καὶ τῶν περιποιήσεων τῆς τάξεώς του καὶ παραμένει ψυχικῶς ἀμείωτος, ὅπερ ἐπαυξάνει τὴν γελοίαν αὐτοπεποίθησίν του εἰς πρεσβυτέραν ἡλικίαν, δυνάμενος νὰ φθάση ἀνενοχλήτως καὶ εἰς ὑψηλὰ ἀξιώματα, ἡ δὲ ἀτομική του ὕπαρξις ὡς μὴ ὤφειλε, εἶναι γνωστὴ ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἀντιθέτως τὸ τέκνον τοῦ λαοῦ καὶ σκληρώτερον χειραγωγεῖται ὑπὸ τῶν γονέων του καὶ τῶν συμμαθητῶν τοῦ ἐν τῷ σχολείῳ μέχρι πλήρους ψυχικῆς ἐξουθενώσεως διὰ σκληρᾶς ὑποτιμήσεως, προπηλακισμῶν, φαρσῶν, ὕβρεων καὶ βιαιοπραγιῶν καὶ δυσκολώτερον εἶναι κατόπιν τούτων ν᾿ ἀνέλθῃ τὴν κοινωνικὴν κλίμακα, ὁ δὲ βλὰξ τῶν λαϊκῶν τάξεων οὕτως καὶ συμπαθέστερος εἶναι καὶ ἄγνωστος καὶ ἀκινδυνώτερος καὶ ὀλιγώτερον γελοῖος, καθ᾿ ὃ σεμνότερος καὶ ἐστερημένος τῆς αὐτοπεποιθήσεως ἢ ἐπάρσεως τοῦ βλακὸς τῶν ἄνω τάξεων, εἰς τὸν ὁποῖον λόγω ἀτροφίας τοῦ βουλητικοῦ του καὶ τῆς μαλθακότητος τοῦ οἰκογενειακοῦ του περιβάλλοντος προστίθεται ἔστιν ὅτε καὶ ἀηδὴς γυναικωτὸς χαρακτήρ. Ἑνιαῖον ὅμως εἶναι τὸ πνευματικὸν προλεταριάτον πάσης ταξικῆς καταγωγῆς.

VII

11. Ἡ ἠθικὴ τέλος σχέσις μεταξὺ βλακὸς καὶ ἐπιτηδείου ἢ ἀπατεῶνος εἶναι ἀπροσδοκήτως διάφορος τῆς ἣν ἐκλαμβάνει συνήθως ἡ «κοινὴ γνώμη». Ὁ συνήθης κοινωνικὸς ἄνθρωπος θεωρεῖ τὸν ἐπιτήδειον καὶ τὸν ἀπατεῶνα ὡς ἀνηθίκους μέν, ἀλλ᾿ ὡς ὑποδιαιρέσεις τοῦ εὐφυοῦς. Ὅλως τὸ ἀντίθετον ὅμως συμβαίνει: ὁ ἐπιτήδειος καὶ ὁ ἀπατεὼν εἶναι ἀκριβῶς ὑποδιαιρέσεις τοῦ βλακός. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Εἴπομεν ἀνωτέρω ὅτι ἡ πονηρία, ἐκτὸς ἐὰν εἶναι μέσον ἀμύνης τῶν εὐφυῶν οὐχὶ κατὰ τῶν βλακῶν ἀλλὰ κατὰ τῆς πονηρίας των, ἀποτελεῖ φυσικὴν ἰδιότητα τῶν βλακῶν καὶ δὴ φυσικὴν συνέπειαν τοῦ γεγονότος, ὅτι, λόγω ἀτροφίας τοῦ νοητικοῦ τῶν μηχανισμοῦ, ἀποτελεῖ αὕτη τὴν μόνην ἄμυναν αὐτῶν κατὰ πάσης ἔξωθεν ἐπιθέσεως. Ἀπὸ τῆς διαπιστώσεως τῆς ἀληθείας ταύτης μέχρι τῆς ἀκολούθου ἀληθείας ὑπάρχει ἓv καὶ μόνον βῆμα: ὅτι μόνον ὁ πνευματικῶς ἀνάπηρος ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐπιτηδειότητος καὶ τῆς ἀπάτης διὰ νὰ προωθηθῆ ἢ νὰ ἐπικρατήση. Οὐδεὶς ἄνθρωπος ἀξίας ἔχει ἀνάγκην νὰ γίνῃ ἐπιτήδειος ἢ ἀπατεών. Ἡ καθημερινὴ κοινωνικὴ πεῖρα διδάσκει ὅτι τὰ ἐπίθετα ταῦτα οὐδέποτε κατώρθωσαν νὰ «κολλήσουν» εἰς ἀνθρώπους πραγματικῆς ἀξίας, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν ὑπῆρξαν μισητοί, ἐχαρακτηρίσθησαν ἴσως ὡς «κακοί», ὡς «καταχθόνιοι», ὡς «γόητες», ὡς «τορπιλληταί» ἢ ὡς «λιβελλογράφοι», οὐδέποτε ὅμως ὡς ἐπιτήδειοι ἢ ἀπατεῶνες, καὶ ὅταν ἀκόμη ὑπῆρξαν συντηρητικοὶ εἰς τὰς σχέσεις τῶν μετὰ τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων καὶ κατώρθωσαν πάντοτε νὰ προωθηθοῦν ἢ νὰ ἐπικρατήσουν. Ἀπόλυτος ἐσωτερικὴ συνέπεια τῆς πνευματικῆς ἀναπηρίας τοῦ βλακὸς εἶναι ἄλλως τὲ ὄχι μόνον ἡ ἀγελαία του τάσις, ὄχι μόνον ἡ προώθησίς του «πλάτην μὲ πλάτην» μὲ τὴν λεγεῶνα τῶν ὁμοίων του, ὄχι μόνον ἡ προσφυγὴ εἰς τὰ εὐτελέστερα μέσα τῆς ἐπιτηδειότητος, τὴν ἔλλειψιν ἀντιθέτου γνώμης, τὴν προσφορὰν εὐκόλων καὶ ἀνηθίκων ἐκδουλεύσεων καὶ τὴν κολακείαν, ἀλλὰ καὶ ἡ συστηματικὴ ἀποφυγὴ πάσης συγκρούσεως καὶ πάσης μάχης. Καὶ ὅταν ἀκόμη ὁ βλάξ, ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ ἐπιτηδείου ἢ τοῦ ἀπατεῶνος, ἐξαναγκασθῇ νὰ δώση μάχην, θὰ δώση αὐτὴν διὰ τῶν πνευματικῶς εὐκολοτέρων καὶ συνεπῶς τῶν ἀνηθικωτέρων «ὅπλων»: τοῦ ψεύδους, τῆς διαστροφῆς, τῆς ρᾳδιουργίας καὶ τῆς συκοφαντίας.
Ἐξ οὗ ἕπεται τὸ ἀκλόνητον δόγμα: καὶ ἡ ἀνηθικότης εἶναι ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῶν βλακῶν!




Τέλος.

Για την αντιγραφή  :  Κωστής Τζαγκαράκης

Παρασκευή 30 Ιουλίου 2010

Ἡ Τεράστια Κοινωνικὴ Σημασία τῶν Βλακῶν ἐν τῷ Συγχρόνῳ Βίῳ ( Μέρος ΙΙ από ΙΙΙ)

III

3. Ἀλλὰ πόθεν εἶναι δεδομένη ἡ πραγματικὴ δυνατότης τῆς ἀποτελεσματικῆς δράσεως τῆς βλακικῆς ἀγέλης; Ἡ δυνατότης αὕτη εἶναι δεδομένη ἀπολύτως ἀντικειμενικῶς καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ ψυχολογικοῦ ἐλατηρίου (τοῦ ressentiment), τὸ ὁποῖον ἄλλως οὐδεμίαν θὰ εἶχε κοινωνικὴν δρᾶσιν καὶ ἀκολούθως κοινωνιολογικὴν σημασίαν. Εἶναι δεδομένη ἐκ τῆς μοιραίας θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχουν εἰς τὴν κλίμακα τοῦ κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ οἱ βλᾶκες, θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἀναντικατάστατοι, διότι εἶναι θέσις ὑποδεεστέρα, ἀλλὰ καὶ ἀπολύτως ἀπαραίτητος διὰ τὸν ὅλον κοινωνικὸν μηχανισμόν, ὁ ὁποῖος βασίζεται ἀπολύτως εἰς τὰς κατωτέρας αὐτοῦ βαθμίδας. Εὐκρινέστατα διαφαίνεται ἡ ἐξάρτησις αὕτη τῶν ἀνωτέρω βαθμίδων καὶ προσώπων ἀπὸ τῶν κατωτέρων τοιούτων ὅπου αὕτη λαμβάνει μορφὰς καθαρῶς ἐκβιαστικάς, τὰς ὁποίας γνωρίζουν πάντες οἱ κοινωνικοὶ ἄνθρωποι. Ὡς παράδειγμα δύναται νὰ χρησιμεύση ἡ παρέλκυσις ἢ ὁ ἐνταφιασμὸς μίας ὑποθέσεως εἰς οἱανδήποτε ὑπηρεσίαν ὑπὸ κατωτέρων ὑπαλλήλων, ἡ ἔκδοσις ἐντάλματος συλλήψεως κατὰ καταζητουμένου ἐκληματίου, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ κατώτερα ἀστυνομικὰ ὄργανα εἶναι ἀλληλέγγυα πρὸς αὐτὸν κλπ
4. Λαμβανομένης ἤδη ὑπ᾿ ὄψιν τῆς ἐπικαίρου ταύτης θέσεως τῶν κατωτέρων βαθμίδων καὶ προσώπων ἐν τῷ κοινωνικῷ διαφορισμῶ καθίσταται ἀπολύτως νοητὴ καὶ ἡ ἄνοδος αὐτῶν εἰς ἀνωτέρας βαθμίδας διὰ κοινοῦ μεταξὺ τῶν συνασπισμοῦ ἀναδεικνύοντος ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν δι᾿ ὀργανωμένης ἀντιστάσεως (boycotage) πρὸς τὰ ἄνω καὶ παραλύσεως τῶν τυχὸν ἀντιθέτων ἐνεργειῶν τῶν ὑπερκειμένων παραγόντων πρὸς ἀνάδειξιν ἄλλου πράγματι ἱκανοῦ, προσώπου, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ δι᾿ ὀργανωμένης προωθήσεως προσώπου ἐκ τῶν κόλπων αὐτῶν, πρὸς τὴν ἀνωτέραν βαθμίδα. Τὸ φαινόμενον τοῦτο καλεῖται κλίκα. Ὅτι τὴν ἐξέλιξιν ταύτην οὐδεὶς δύναται νὰ σταματήση εἶναι φανερόν, ὅσον εἶναι φανερὰ ἡ νομοτελειακὴ συνάρτησις τῶν ὡς ἄνω δεδομένων. Κατὰ τὴν αὐτὴν συνάρτησιν τὸ φαινόμενον συνεχίζεται: «ἑνὸς βλακὸς προκειμένου μύριοι ἕπονται», ὁ δὲ οὕτω ἀνελθῶν βλὰξ θὰ προωθήση ὁ ἴδιος πρόσωπα μόνον κατώτερα ἑαυτοῦ, μέχρις ὅτου ἡ μία βίαια ἔξωθεν ἐπέμβασις, ὑπαγορευομένη ὑπὸ τῆς ἀνάγκης ἄλλου τινὸς κοινωνικοῦ ὀργανισμοῦ, ἢ ὁ φυσικὸς ἐκφυλισμὸς ἑνὸς τοιούτου ὀργανισμοῦ ἐκ τῶν ἔσω, ἐπιφέρει θεμελιώδη τινὰ ἀνατροπὴν ἢ καὶ αὐτὸν τοῦτον τὸν τερματισμὸν τοῦ βίου τοῦ ἐκφυλισθέντος ὀργανισμοῦ. Οὕτω λ.χ., εἰς παρομοίαν περίπτωσιν ἡ τὸ 1910 ἀνελθοῦσα κοινωνικὴ ὁμὰς ἀνέτρεψε τὴν ἱεραρχίαν τῶν ἀξιῶν καὶ τῶν προσώπων καὶ ἐντὸς τοῦ παλαιοκομματισμοῦ, καταστήσασα δυνατὴν τὴν ὑπεφαλάγγισιν τῶν παλαιῶν αὐτοῦ ἀρχηγῶν ὑπὸ νέων (Γούναρη, Στράτου κλπ.)
5. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἄνευ συνασπισμοῦ καὶ ὀργανώσεως, ἄνευ«κλίκας», ἀνερχόμενοι βλᾶκες ἢ ἀνίκανοι γενικῶς, ἀτομικῶς καὶ μόνον ἐπικρατοῦντες, εὑρίσκονται ἐν τούτοις δεσμευμένοι ὑπὸ τοῦ κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ εἰς ἴσον βαθμὸν ὡς καὶ οἱ ὀργανωμένοι τοιοῦτοι. Διότι ἀντικειμενικῶς αἱ θέσεις τὰς ὁποίας λαμβάνουν εἶναι τοιαύται, ὥστε ἡ ἀνεπάρκεια τῶν ἢ νὰ εἶναι πλεονεκτικὴ ἢ νὰ εἶναι ἀνεκτή, οὐδέποτε ὅμως θέσεις ἀπαιτούσαι πραγματικὰ προσόντα, ἐκ τῶν ὁποίων, καὶ ἂν ἀκόμη φθάνουν εἰς αὐτάς, ἀνατρέπονται καὶ κρημνίζονται εἰς τὴν πρώτην ἀντίξοον περίστασιν καὶ ὑπὸ μεγάλου τινὸς ἢ μικροῦ πνέοντος ἀνέμου. Οὕτω λ.χ. πολλοὶ ἐξ αὐτῶν κατέλαβον διαδοχικῶς πλεῖστα ἀξιώματα τῆς κοινωνίας καὶ τῆς πολιτείας, ἀπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, μέχρι τοῦ «Προέδρου τοῦ Συλλόγου Προστασίας Ἐγγύων Μυιῶν», τοῦ «Γενικοῦ Γραμματέως τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας Πωλητῶν Ποντικοπαγίδων» κ.ο.κ., ἀξιώματα βεβαίως, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε θὰ ἐπιδιώξη σοβαρῶς ἀπασχολούμενος ἄνθρωπος. Εἰς τὰ ἀξιώματα ταῦτα προστίθενται φυσικὰ καὶ διακρίσεις οἶον παράσημα, διπλώματα, δεξιώσεις κλπ
Ο causeur συνάδελφος τοῦ ἀνωτέρω ἀποτελεῖ ἀληθῆ κοινωνικὴν μάστιγα, διότι ὡς causerie ἐκλαμβάνει τὸ νὰ λέγῃ εἰς τοὺς χειμαζομένους συνανθρώπους τί ἀνέγνωσεν εἰς τὰς ἐφημερίδας, τί ἤκουσεν εἰς τὸ ραδιόφωνον καὶ τί τοῦ εἶπον διάφοροι καθ᾿ ὁδόν, ἐξικνούμενος ἔστιν ὅτε εἰς τὰ σχόλιά του, ὅταν ἀποφασίση νὰ σχολιάση εἰς δυσθεώρητα ὕψη ὀξυδερκείας καὶ πνευματικῆς χάριτος: ὅτι λ.χ. κατὰ τὴν νύκτα ἀναμφιβόλως ἐπικρατεῖ σκότος, τὴν δὲ βροχὴν ἀκολουθεῖ ὁπωσδήποτε ἡ ὑγρασία... Εἰς ταῦτα προστίθεται ἐνίοτε καὶ ἡ «προστατευτική» στάσις αὐτοῦ ἔναντι τῶν πνευματικῶς ἀνωτέρων του, σκοποῦσα τὴν ὑποτίμησιν αὐτῶν εἰς τὰ ὄμματα τοῦ κόσμου κλπ.

IV

6. Ἐνδιαφέρον εἶναι τέλος ἐνταύθα τὸ φαινόμενον μερικῶν εὐφυῶν ἀνθρώπων, οἵτινες, ἐνστικτωδῶς διαισθανόμενοι τὸν κοινωνικῶς ἀνυπέρβλητον ρόλον τῶν βλακῶν καὶ τὴν λαμπρὰν κοινωνικὴν αὐτῶν σταδιοδρομίαν - ἐv τῇ «χρυσῇ» μέσῃ ὁδῷ τῆς μετριότητος ἐννοεῖται - ἀποφασίζουν νὰ ὑποδυθοῦν τὸν ρόλον αὐτόν, ὅπως ἀνέλθουν διὰ τῆς μεθόδου τῆς «νύσσης», ὡς αὕτη εὐφυέστατα ἀποκαλεῖται παρὰ τῷ λαῷ. Ἀλλ᾿ ὁ ρόλος οὗτος εἶναι ἐξαιρέτως δύσκολος ἐκ δυὸ λόγων: Πρῶτον ὑποκειμενικῶς ἡ ὕπαρξις πνευματικῆς καὶ ψυχικῆς ζωῆς ἔχει ὡς γνωστὸν ἀναποτρέπτους ἀντανακλάσεις ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς φυσιογνωμίας, αἴτινες μὲ τὴν τελειοτέραν ὑπόκρισιν, δύσκολον εἶναι ν᾿ ἀποκρυβοῦν, πλὴν τῆς περιπτώσεως καθ᾿ ἣν εἶναι δεδομένον τάλαντον μεγάλου ἠθοποιοῦ. Ἡ ἁπλὴ παρουσία τοῦ εὐφυοῦς ἀνθρώπου εἶναι κατὰ κανόνα διὰ τὸν βλᾶκα εἰς τὸ ἔπακρον προκλητική. Τὸ ψυχολογικὸν σύμπλεγμα τῶν συναισθημάτων, τὸ ὁποῖον αὕτη ἐξαπολύει πάρ᾿ αὐτῶ εἶναι τὸ αὐτὸ ἀκριβῶς μὲ ἐκεῖνο τοῦ καταδιωκομένου καὶ πανικοβλήτου ζῴου ἢ ἀνθρώπου, ἐν καταστάσει φυγῆς ἢ ἀμύνης. Τὸ μῖσος, ὁ φόβος, ὁ φθόνος μετὰ τοῦ θράσους συμπλέκονται κατὰ τρόπον, δηλοῦντα διὰ τὸν ἐξησκημένον ὀφθαλμὸν σαφῶς εἰς πᾶσαν φράσιν, ἴδια ὑποτιμητικὴν ἢ μειωτικήν, τὴν κατάστασιν ἀμύνης. Δεύτερον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ βλακός, ἡ ἔνστικτος καχυποψία αὐτοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ ὑπόκρισις τοῦ εὐφυοῦς ν᾿ ἀποβαίνῃ ματαία, ἡ δὲ πραγματικὴ εἰλικρίνεια αὐτοῦ νὰ ἐκλαμβάνεται ὡς ὑπόκρισις. Ὁ βλὰξ ὡς πλησιέστερος πρὸς τὸ ζωϊκὸν βασίλειον, ἔχει τὴν ἔνστικτον καχυποψίαν οὕτω ἀνεπτυγμένην, ὥστε ν᾿ ἀδυνατῇ νὰ διαγνώσῃ ἢ νὰ ἐννοήση συλλογισμοὺς καὶ λογικοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ εὐφυοῦς, βασιζομένους ὄχι εἰς τὸ ἔνστικτον ἀλλὰ εἰς τὴν διάνοιαν. Ἄοπλος καὶ ἀνυπεράσπιστος ἔναντι τῶν ψυχρῶν ὑπολογισμῶν τῆς ξένης διανοίας, ἢς ὁ μηχανισμὸς τυγχάνει εἰς αὐτὸν νοητικῶς ἀπροσπέλαστος, μίαν μόνην ἄμυναν διαθέτει, ἀκριβῶς ὅπως τὸ ζῷον καὶ ὁ πρωτόγονος ἄνθρωπος: τὴν ἔνστικτον καχυποψίαν. Οὕτω ἐξηγεῖται καὶ ἡ φυσικὴ καὶ πνευματικὴ κατωτερότης τῶν λαῶν, οἵτινες ἐμπνέονται βασικῶς ὑπὸ τῆς καχυποψίας, ἣν αὐταρέσκως ἐκλαμβάνουν ὡς εὐφυΐαν. Ἔναντι τῶν Εὐρωπαίων οἵτινες οὐδεμίαν ἀνάγκην ἔχουν αὐτῆς, ὡς ἀντιλαμβανόμενοι νοητικῶς τὸν κόσμον. Ἐκ τούτων ἐπίσης φαίνεται σαφῶς, ὅτι ἡ καχυποψία καὶ ἡ ἀπότοκος αὐτῆς πονηρία εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετόν της εὐφυίας ὡς πρὸς τὸν ὅλον αὐτῆς ἐκτοπιζομένης πάντοτε ὑπὸ τῆς δευτέρας. Λέγομεν ἀντίθετος μόνον ὡς πρὸς τὸν ρόλον, διότι ἡ διάνοια δὲν εἶναι τί τὸ ἀνεξάρτητον ἢ ἀντίθετόν του ἐνστίκτου, ἀλλὰ τουναντίον ἡ ἀνάπτυξις καὶ ὁ διὰ λογικῶν μέσων πλουτισμὸς αὐτοῦ εἰς τὴν ἀρχικὴν αὐτοῦ πάντοτε κατεύθυνσιν.
7. Πονηρία εἶναι ἡ ἐνεργητικὴ ὄψις τῆς καχυποψίας καὶ τὸ δεύτερον στάδιον αὐτῆς, ἤτοι ἡ δρᾶσις αὐτῆς, δρᾶσις ὅμως ζωϊκῶς ἀμυντικῆς φύσεως, διότι προϋποθέτει τὴν πνευματικὴν κατωτερότητα καὶ τὴν πνευματικὴν ἀμηχανίαν τοῦ βλακός, ὡς ζῴου ἐνστικτώδους καὶ πνευματικῶς πανικοβλήτου. Ἡ ἁπλὴ καχυποψία εἶναι ἄμυνα παθητικῆς φύσεως, καθ᾿ ὃ μὴ ἐνεργοῦσα ἐπὶ ἄλλων ἀτόμων. Ἡ πονηρία εἶναι ἄμυνα ἐνεργητικῆς φύσεως, διότι ἀποτελεῖ ἐγκεφαλικὴν ἐνέργειαν, σχηματισμὸν συλλογισμῶν καὶ συμπερασμάτων, ἀγόντων εἰς πράξεις («τὸν ἐγέλασε» κ.λπ.) καὶ συνεπῶς ἐνεργεῖ ἐπὶ ἄλλων ἀτόμων. Ἄσχετον τὸ ζήτημα τῆς βλακώδους ποιότητος τῶν συλλογισμῶν καὶ συμπερασμάτων. Ἡ χρησιμοποίησις ἤδη τῶν βλακωδῶν τούτων συλλογισμῶν καὶ συμπερασμάτων, μὲ μιὰν λέξιν τῆς πονηρῖας, χρησιμοποίησις ὅμως γενικώτερον ψυχολογικῶς ἐπιδρώσα ἐπὶ τοῦ ἄλλου ἀτόμου, ἤτοι χρησιμοποίησις αὐτῆς ἐν συνδυασμῷ μὲ στοιχεῖα κατωτάτης πνευματικῆς ὑποστάθμης (κολακεία, ψεῦδος, ρᾳδιουργία, συκοφαντία, σωματεμπορία, συμπαθὴς μορφὴ τοῦ βλακὸς ἀκόμη, ἐπίκλησις τῆς πολυτεκνίας του, προσφορὰ ἀνηθίκων καὶ εὐκόλων ὑπηρεσιῶν εἰς τὸ κολακευόμενον πρόσωπον, χαφιεδισμός, ξεσκονίσματα, τὸ «ποιεῖν τὸν καραγκιόζην», ἢ τὸν gigolot, χειροφιλήματα πρὸς τὸν «Ἐθνικὸν Κυβερνήτην», ἐκφωνήσεις λόγων, συρραφὴ κολακευτικῶν στίχων, μεταφορὰ λαχανικῶν, κλπ.
8. Ἂν ὁ βλὰξ καταφεύγει εἰς τὴν ἐπιτηδειότητα λόγω τῶν πενιχρῶν πνευματικῶν τοῦ μέσων ἐκ τῆς αὐτῆς ἐλλείψεως ἀνωτέρων πνευματικῶν μέσων ὠθεῖται καὶ πρὸς τὴν ἀπάτην. Ἀπάτη εἶναι ὡς γνωστὸν ἡ ἀποσιώπησις τῆς ἀληθείας ἢ ἡ παράστασις ψευδῶν πραγμάτων ὡς ἀληθῶν. Ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ ὁρισμοῦ αὐτῆς συνάγεται ὅτι ἡ ἀπάτη δὲν ἀνάγεται εἰς τὴν εὐφυΐαν τοῦ ἀπατεῶνος, διότι πᾷς ἄνθρωπος δύναται νὰ παραστήση ψευδῶς πράγματα ὡς ἀληθῆ καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ βλάξ, ἀλλ᾿ εἰς τὴν εὐπιστίαν τοῦ θύματος. Ὅτι λοιπὸν καταφεύγει εἰς αὐτήν, ὡς διανοητικῶς εὐκολώτερον μέσον ὁ βλὰξ ἐπειδή, στερούμενος εὐφυΐας, εἶναι ἀνίκανος νὰ μεταχειρισθῆ ἔντιμα μέσα, εἶναι αὐτονόητον, διότι ἔντιμα μέσα ὡς δυσκολώτερα, χρησιμοποιεῖ μόνον ὁ κεκτημένος πραγματικὴν ἀτομικὴν ἀξίαν. Πόθεν λοιπὸν προέρχεται ἡ εὐρέως διαδεδομένη ἀντίληψις, ὅτι ὁ ἀπατεὼν ὄχι μόνον ἀποκλείεται νὰ εἶναι βλάξ, ἀλλ᾿ ἀναγκαίως εἶναι εὐφυής, ἀντὶ τῆς ὡς ἄνω ἀναλύσεως, ἐξ ἢς ἀντιθέτως προκύπτει, ὅτι ὁ ἀπατεὼν ὄχι μόνον ἀποκλείεται νὰ εἶναι εὐφυής, ἀλλ᾿ εἶναι ἀναγκαίως βλάξ; Ἡ ἀντίληψις αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς «θεωρίας» τοῦ βλακὸς περὶ τῆς εὐπιστίας. Εἰθισμένος ὁ βλὰξ νὰ «σκέπτεται» οὐχὶ διὰ τοῦ νοητικοῦ μηχανισμοῦ, ἀλλὰ διὰ χονδροειδῶν ἔξωθεν ἐντυπώσεων, δὲν ἐρευνᾷ τὰς αἰτιοκρατικὰς σχέσεις, ἀλλὰ περιορίζεται εἰς τὸ γεγονὸς μίας ἐπιτυχούσης ἀπάτης, γεγονὸς ἐξ οὗ καὶ μόνου συνάγει τὴν βλακείαν τοῦ θύματος καὶ τὴν εὐφυΐαν τοῦ ἀπατεῶνος. Ὅτι ἡ ἀπάτη δὲν ὀφείλεται εἰς εὐφυίαν ἀνελύθη, νομίζομεν ἐπαρκῶς. Ὅτι ὅμως ἡ εὐπιστία τοῦ θύματος ἀποτελεῖ βλακείαν, τοῦτο εἶναι ἀληθὲς μνημεῖον βλακικὴς «διανοίας» καὶ πολιτιστικῆς ὑποστάθμης. Διότι ἡ εὐπιστία ἑνὸς ἀτόμου, ὡς προϋποθέτουσα τὰ ἄλλα ἄτομα ὡς ἔντιμα καὶ συνεπῶς ὡς εὐφυά, εἶναι ἀσφαλῶς τὸ μέγιστον τῶν τεκμηρίων τῆς πνευματικῆς του ἀναπτύξεως καὶ τοῦ πολιτισμοῦ του. Ὅσον ὑψηλότερον ἐπὶ τῶν βαθμίδων τῆς εὐφυίας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ ἵσταται ἐν ἄτομον ἢ εἷς λαός, (οἱ Εὐρωπαῖοι ἐν σχέσει πρὸς τοὺς Ἀνατολίτας) τόσον περισσότερον εὔπιστος εἶναι. Ὁ τελευταῖος τῶν βλακῶν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξαπατήση ἕνα Κὰντ ἢ ἕνα Μπετόβεv καὶ ὁ τελευταῖος τῶν Ἑλλήνων ἕνα Εὐρωπαῖον... Τὸ μειδίαμα τοῦ οἴκτου,τὸ ὁποῖον ρίπτουν οἱ «ἀφελεῖς κουτόφραγκοι», δημιουργοὶ τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν καὶ ἐξουσιασταὶ τοῦ κόσμου, ἐπὶ τῶν δυστυχῶν «ἔξυπνών» της Μεσογείου καὶ τῆς Ἀνατολῆς, ἂς εἶναι καὶ ἡ τιμωρία τῶν βλακῶν καὶ διὰ τὴν «θεωρίαν» των ταύτην!

V

9. «Ὅτι ὁ βλάξ, ἀκολουθῶν τὴν ἔνστικτον αὐτοῦ καχυποψίαν, εὑρίσκεται ἐντὸς τῆς πραγματικότητος, τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, θέτει δὲ αὐτὸν ἐν τῷ Κοινωνικῷ βίω εἰς «ἀνωτέραν» μοῖραν λ.χ. τοῦ μεταφυσικοῦ, τοῦ ὁποίου ὁ ἐνστικτώδης κόσμος ἔχει ὑποστὴ νοσηρὰν ἀτροφίαν, ἔναντι τοῦ διανοητικοῦ αὐτοῦ κόσμου, ὅστις ἔχασε πᾶσαν ἐπαφὴν μετὰ τῆς πραγματικότητος. Ἐὰν δεχθῶμεν, ὡς ὑποχρεούμεθα, πρῶτον ὅτι τὸ ἔνστικτον εἶναι ἀλάθητον, καθ᾿ ὃ ἀνεξήγητον καὶ ἄφθαρτον, δεύτερον ὅτι ὁ κόσμος τῶν ἐνστίκτων εἶναι ὁ κατ᾿ ἐξοχὴν φυσικῶς ὑγιὴς κόσμος, τρίτον ὅτι ἡ κοινωνία ὡς συνέχεια τῆς φύσεως εἶναι ὑγειῆς ὀργανισμός, ἀπαρτιζόμενος ὑπὸ ὑγειῶν ἀτόμων, τότε τὸ συμπέρασμα περὶ τῆς ὑπεροχῆς τοῦ βλακὸς ἐπὶ τοῦ μεταφυσικοῦ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, εἶναι συμπέρασμα ἀναγκαστικὸν καὶ ἀνέκκλητον, ἐπαληθευόμενον ἄλλως τέ, κατὰ φυσικὴν ἀναγκαιότητα, ὑπ᾿ αὐτῆς ταύτης τῆς κοινωνικῆς πραγματικότητος ὅλων τῶν ἐποχῶν καὶ τῶν λαῶν. Τὸ ὅτι οἱ μεταφυσικοὶ ἐπεκράτησαν (ὄχι ἤνθισαν) εἰς ἐποχὰς παρακμῆς τῶν κοινωνιῶν δὲν εἶναι τυχαῖον. Ὁ βλάξ, ὡς ἐλέχθη καὶ ἀνωτέρω, διαισθανόμενος ἐν τῇ καχυποψίᾳ του τὴν ἐπίθεσιν ἐκ μέρους τοῦ εὐφυοῦς, εἶναι θεμελιωδῶς ἐντὸς τῆς πραγματικότητος, διότι διαισθάνεται ὀρθῶς τὸν κίνδυνον νὰ περιέλθη κοινωνικῶς εἰς τὴν κάτω τάξιν. Ἐὰν διὰ τῆς καχυποψίας αὐτῆς καὶ μόνης προστατεύεται ἔναντι τοῦ φυσικοῦ αὐτοῦ προορισμοῦ του, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα. Φανερὸν εἶναι, ὅτι τὸ ἔνστικτον ἀποτελεῖ μέσον προσανατολισμοῦ καὶ στοιχειώδους ἀμύνης εἰς τὸν πρωτόγονον ἄνθρωπον, ὄχι ὅμως μέσον κατισχύσεως καὶ ὑπεροχῆς ἐν προηγμένῃ κοινωνία μετὰ προηγουμένου κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ καὶ ἀναπτύξεως τῶν νοητικῶν του ἀνθρώπου μέσων, τῶν ὁποίων ἡ κατ᾿ ἄτομα ἀνισότης εἶναι ἐξ ἴσου φυσικῶς δεδομένη. Ὁ βλὰξ ὁμοιάζει ἐνταύθα τὸ ζῷον, τὸ ὁποῖον ἐξ ἐνστίκτου γνωρίζει νὰ διαφεύγῃ πάντα κίνδυνον, πλὴν ἀνωτέρας ὠμῆς βίας, εἰς τὴν ζοῦγκλαν, εἰσερχόμενον ὅμως εἰς κεντρικὴν ὁδὸν μεγαλουπόλεως, εὑρίσκεται αἰφνιδίως ὑπὸ τοὺς τροχοὺς αὐτοκινήτου. Τοῦτο εἶναι ἄγνωστος καὶ ἀκατανόητος εἰς αὐτὸ μηχανή, βασιζομένη βεβαίως κατὰ τελευταῖον λόγον εἰς τὸ ἔνστικτόν του ἀνθρώπου, κατασκευασθεῖσα ὅμως διὰ τῆς διανοίας του. Πῶς ἤδη οἱ πνευματικῶς κατώτεροι ἄνθρωποι εὑρίσκονται ὑπὸ τοὺς τροχοὺς διαφόρων κοινωνικῶν «αὐτοκινήτων», - τοῦτο δεικνύει ἡ θέσις αὐτῶν εἰς τὴν κάτω τάξιν. Τὴν «μηχανήν» αὐτὴν εἶναι βεβαίως ἀδύνατον νὰ διαφύγη καὶ ὁ βλάξ, τοῦ ὁποίου καὶ ἡ ἄνοδος εἶναι αὐστηρῶς ἐντὸς ὠρισμένων πλαισίων περιωρισμένη. Ὅτι δὲ τέλος ὁ μεταφυσικὸς οὐδὲ τὸ ζῷον, οὐδὲ τὸν βλᾶκα δύναται νὰ περιπλέξη εἰς τροχούς, τοῦτο εἶναι εὐνόητον ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι οὗτος φέρεται ἐπὶ τοῦ Πηγάσου...




Συνεχίζεται.

(Για την αντιγραφή : Κωστής Τζαγκαράκης)

Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010

Ἡ Τεράστια Κοινωνικὴ Σημασία τῶν Βλακῶν ἐν τῷ Συγχρόνῳ Βίῳ. (Μέρος Ι από ΙΙΙ)

Η παθογένεια και η παρακμή του κοινωνικοπολιτικού συστήματος δεν είναι αποκλειστικό Ελληνικό φαινόμενο. Στον τόπο μας όμως το πρόβλημα είναι διαχρονικό, από συστάσεως το Ελληνικού Κράτους και εντονότερο, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια. Αν συνδυαστεί μάλιστα με την επίκτητη ανατολίτικη νοοτροπία μας του ραγιαδισμού και ωχαδερφισμού, του μπαξισιού και του ατομικισμού, τότε γίνεται οξύτερο και φαίνεται να παρασέρνει στον γκρεμό και εμάς και τον πολύπαθο αυτόν τόπο σαν χιονοστιβάδα. Χωρίς να φαίνεται στον ορίζοντα προοπτική αντιστροφής της πορείας. Μόνο θα συνεχίσομε να είμαστε μόνιμοι θεατές του ίδιου έργου.

Παίρνοντας αφορμή από την εξαιρετική προηγούμενη ανάρτηση του Παναγιώτη Αλεβιζάκη,”Όχι στην κυριαρχία της μετριότητας”,και για να την τονίσω περισσότερο,  μεταφέρω την πραγματεία του Ευάγγελου Λεμπέση, “ Ἡ Τεράστια Κοινωνικὴ Σημασία τῶν Βλακῶν ἐν τῷ Συγχρόνῳ Βίῳ “. Την μεταφέρω εδώ χάριν των αναγνωστών, επειδή κατά την γνώμη μου, δεν κυριαρχούν σήμερα όπως και ανέκαθεν μόνον οι μετριότητες αλλά και οι βλάκες και η βλακεία σε όλες της τις μορφές.

Το έργο γράφτηκε κατά παραγγελία και δημοσιεύτηκε στην “Εφημερίδα των Ελλήνων Νομικών” το 1941 και προκάλεσε πλείστες συζητήσεις, κριτικές και αντιπαραθέσεις. Είναι διαχρονικό και σκιαγραφεί μια κατάσταση που δυστυχώς ανθεί και ευδοκιμεί στη χώρα μας.

Επειδή είναι λιγάκι μακροσκελές, θα το μεταφέρω σε τρεις συνέχειες, όπως είναι γραμμένο στην καθαρεύουσα, με τον πρόλογο και την γλώσσα του συγγραφέα.

Κωστής Τζαγκαράκης.

Εὐάγγελος Λεμπέσης - Ἡ Τεράστια Κοινωνικὴ Σημασία τῶν Βλακῶν ἐν τῷ Συγχρόνῳ Βίῳ

Πρόλογος

Ἁπλὴ ὑποσημείωσις ἐξ ὀλίγων γραμμῶν εἰς ἄλλην μελέτην μου ἡ παροῦσα μικρὰ ἐργασία ἐξελιχθῆ εἰς τὸ ἀνὰ χείρας δοκίμιον χάρις εἰς τὴν παρώθησιν τοῦ διαπρεπεστάτου νομικοῦ καὶ ἀγαπητοῦ φίλου Διευθυντοῦ τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Ἑλλήνων Νομικῶν», κ. Ν. Π. Θηβαίου. Εἰς αὐτὸν ἑπομένως τὸν ἀνεξάντλητον εἰς ἐμπνεύσεις καὶ εἰς παντοειδῆ πρωτοτυπίαν ἐπιστήμονα καὶ συγγραφέα ὀφείλεται τόσον ἡ συγγραφή, καθὼς καὶ ἡ δημοσίευσις εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῶν Ἑλλήνων Νομικῶν», ὡς καὶ ἡ ἐνταῦθα ἀναδημοσίευσις τῆς παρούσης μικρᾶς πραγματείας. Ὀφείλομεν χάριτας εἰς αὐτόν, ἀπὸ κοινοῦ συγγραφεὺς καὶ ἀναγνῶσται, διὰ τὴν σύντομον αὐτὴν ἐντρύφησιν εἰς τὸν χλοερὸν τοῦτον κόσμον μιᾶς κατηγορίας συνανθρώπων, τῶν ὁποίων ἡ κοινωνικὴ σημασία ἔχει δεινῶς ὑποτιμηθῆ καὶ τῶν ὁποίων τὰ δικαιώματα εἶναι ἐξησφαλισμένα οὐ μόνον -φεῦ!- ἐν τῷ βασιλείῳ τῶν οὐρανῶν, ἀλλ᾿ ἔτι πλέον ἐπὶ τοῦ χλοεροῦ τούτου πλανήτου!
Ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ παρόντος δοκιμίου οὐδεμίαν προεργασίαν γνωρίζω καὶ συνεπῶς δέον νὰ κριθῶ ἐπιεικῶς, ὡς πάντη στερούμενος «βοηθημάτων». Τολμῶ ἐν τούτοις νὰ φρονῶ, ὅτι τούτων οὐδόλως παρίσταται ἀνάγκη, διότι ἀληθῶς ἐξαιρετικῶς μέγας εἶναι ὁ πλοῦτος τοῦ ἀμέσου κοινωνικοῦ ἐμπειρικοῦ ὑλικοῦ καὶ ἐλαχίστη ἡ ἐκ τῆς ἐλλείψεως γραπτῶν βοηθημάτων στενοχωρία τοῦ γράψαντος.
Ὡς πρὸς τὴν μέθοδον τέλος δέον νὰ ὑπογραμμίσω, ὅτι κατεβλήθη ἐνδελεχὴς προσπάθεια, ὅπως αὕτη εἶναι αὐστηρῶς ἐπιστημονική. Διότι πράγματι - ὡς ἐλπίζω ν᾿ ἀποδειχθῇ - πλὴν τῶν ἄλλων δεδικαιολογημένων ἀξιώσεων, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχη παρὰ τῶν λοιπῶν ἀτυχῶν συνανθρώπων, ἡ εὐτυχὴς καὶ παντοδύναμος κοινωνικὴ κατηγορία, ἥτις ἐξετάζεται ἐνταῦθα, εἶναι καὶ ἡ ἀξίωσις ν᾿ ἀποτελέσῃ σοβαρώτατον θέμα σοβαροῦ ἐπιστημονικοῦ χειρισμοῦ.
Θὰ ἔπρεπεν ἴσως, ἐκ λόγων εὐγνωμοσύνης πρὸς τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ θέμα τῆς παρούσης μελέτης δυνάστας τῆς ἀνθρωπότητος ν᾿ ἀφιερωθῇ αὕτη εἰς αὐτούς. Ἐκ λόγων δικαιοσύνης ὅμως ἀφιεροῦται - καὶ οὐκ ἐπ᾿ ἐλάχιστον, πρὸς διδαχήν των - εἰς τοὺς δυναστευομένους: δηλονότι εἰς τοὺς εὐφυεῖς!

I

Εἰς τὴν πολυπληθῆ κατηγορίαν τῶν βλακῶν προσάπτεται ἀσφαλῶς ἄδικος καὶ ἐπιστημονικῶς ἐσφαλμένη μομφή, ὅταν οὗτοι χαρακτηρίζονται εἴτε ὡς ἄχρηστοι καὶ περιττὸν βάρος τῆς κοινωνίας, εἴτε ὡς παρασιτικοί, ἐκφράζεται δὲ συχνὰ ἡ ἀνόητος, ὡς θὰ ἴδωμεν, εὐχὴ ὅπως οὗτοι ἐκλείψουν. Τὸ πρόβλημα τῶν βλακῶν δὲν εἶναι ἐν τούτοις ἁπλοῦν ὅταν ληφθῆ πρώτον ὕπ᾿ ὄψιν ἡ στερεὰ καὶ ἀπολύτως ἀναγκαία θέσις, ἣν οὗτοι ἐπαξίως κατέχουν ἐν τῷ κοινωνικῷ διαφορισμῶ. Οἱ βλᾶκες διαιροῦνται οὕτως εἰς δυὸ ὅλως ἀντιθέτους μεταξὺ τῶν «ὁμάδας», διεπομένας ὅμως ἀμφοτέρας ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ νόμου, τοῦ διαφορισμοῦ Ἡ πρώτη ἐκ τούτων ὁμὰς καταλαμβάνει ὡς γνωστὸν τὰς ὑποδεεστέρας ἐν τῇ κοινωνίᾳ θέσεις, ἤτοι εὑρίσκεται εἰς τὰς κατωτάτας βαθμίδας τοῦ κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ. Πόσον εὐεργετικὴ διὰ τὴν κοινωνίαν εἶναι ἡ ὁμὰς αὕτη εἶναι περιττὸν νὰ τονισθῆ, διότι ἄνευ αὐτῆς δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἐκμετάλλευσις καὶ ἄνευ ἐκμεταλλεύσεως δὲν θὰ ὑπῆρχε πολιτισμός. Εἰς δὲ τὴν γλῶσσαν τοῦ κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ: Ἄνευ αὐτῆς δὲν θὰ ὑπῆρχε διαφορισμός, διότι ἀντὶ τῆς ἀνισότητος, θὰ ὑπῆρχεν ἰσότης, ἔστω καὶ ἐκ τῶν ἄνω, δηλαδὴ θὰ ἦσαν ὅλοι εὐφυεῖς, ὅπερ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ διαφορισμοῦ τὸ αὐτό: ὡς νὰ ἦσαν ὅλοι βλᾶκες· διότι ὁ διαφορισμὸς ἀπαιτεῖ ρητῶς καὶ εὐφυεῖς καὶ βλάκας, περικοπτωμένων δὲ οἱονδήποτε ἐκ τῶν δυὸ τούτων σκελῶν του, αἴρεται ὁλόκληρος. Ἄνευ δέ, κατ᾿ ἀκολουθίαν, τοῦ διαφορισμοῦ, καθισταμένου δυνατοῦ μόνον διὰ τῆς σοβαρᾶς συμβολῆς τῶν βλακῶν, δὲν ὑπάρχει κοινωνία. Τοιαύτη λοιπὸν ἡ τεραστία κοινωνικὴ σημασία τῶν βλακῶν, ἥτις ἄλλως τε ὑπὸ πάντων ἀναγνωρίζεται, μολονότι μόνον εἰς τὸν κοινωνιολόγον εἶναι ἐπιστημονικῶς γνωστή.

II

Ἡ κατὰ τῶν βλακῶν καταφορὰ προκαλεῖται ἄλλως τε ὑπὸ τῆς δευτέρας ὁμάδος αὐτῶν, πλέον ἐνοχλητικῆς της πρώτης, ἀλλὰ καὶ ἐνταύθα ἡ καταφορὰ αὕτη, ἐφ᾿ ὅσον ἐμφανίζεται ὡς λογικὴ κρίσις, εἶναι ἀκοινωνιολόγητος, ἤτοι ἀντεπιστημονική. Κατηγοροῦνται δηλαδὴ οἱ βλᾶκες τῆς δευτέρας ταύτης κατηγορίας ὅτι παναξίως κατέχουν σπουδαίας ἐν τῇ κοινωνίᾳ θέσεις. Ἀλλ᾿ ἡ κρίσις αὕτη προδίδει πλήρη μίας ὠρισμένης μορφῆς τοῦ διαφορισμοῦ ἄγνοιαν. Ἡ μορφὴ αὕτη δεδομένη μὲ φυσικὴν ἀναγκαιότητα ὡς ὁ νόμος τοῦ διαφορισμοῦ εἶναι ὁ στοιχειώδης κανών: «δέκα βλᾶκες καθ᾿ ἑνὸς εὐφυοῦς· δέκα ἀνίκανοι καθ᾿ ἑνὸς ἱκανοῦ· δέκα ἀδύνατοι καθ᾿ ἑνὸς ἰσχυροῦ κ.ὁ.κ.». Τὸ φαινόμενον τοῦτο, κλασσικόν, τυπικὸν καὶ αἰώνιον ἀφ᾿ ἧς ὑπάρχει ἀνθρωπίνη κοινωνία, δι᾿ ὅλης της Ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητος, δύνανται νὰ εἶναι «τυχαῖον»; Ἀλλὰ τυχαῖον εἶναι ὅ,τι ἀδυνατεῖ νὰ συλλάβη ὁ ἀνθρώπινος νοῦς. Οὐδέποτε ὅμως ὅ,τι πρὸ πολλοῦ ἔχει συλληφθῆ εἰς τὸν θεμελειώδη νόμον τοῦ διαφορισμοῦ. Καὶ τὸ μὲν ψυχολογικὸν ἐλατήριον τοῦ συνασπισμοῦ τῶν ὁπωσδήποτε «κάτω» κατὰ τῶν ὁπωσδήποτε «ἄνω» εἶναι δεδομένη διὰ τοῦ ressentiment.
Ὁ συνασπισμὸς τῶν βλακῶν ἐνταύθα εἶναι μηχανικὴ ὀργάνωσις βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς «ἐλαχίστης προσπαθείας» πρὸς ἀντιμετώπισιν ἰσχυροτέρας δυνάμεως εἰς τὸ πρόσωπον τῶν ὀλίγων ἢ τοῦ ἑνός. Ἡ ὀργάνωσις αὕτη περιωρισμένης ἐκτάσεως καλεῖται κοινωνιολογικῶς κλίκα (clique).
2. Ἡ ἔμφυτος τάσις τοῦ βλακός, ἐξικνουμένη συχνότατα εἰς ἀληθῆ μανίαν ὅπως ἀνήκῃ εἰς ἰσχυρὰς καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρας πάσης φύσεως ὀργανώσεις, ἐξηγεῖται πρώτον μὲν ἐκ τῆς εὐκολίας τῆς ἀγελοποιήσεως, εἰς ἣν μονίμως ὑπόκειται, λόγω ἐλλείψεως ἀτομικότητος (ἐξ οὗ καὶ τὸ μῖσος τοῦ κατὰ τοῦ ἀτόμου καὶ τοῦ ἀτομικισμοῦ), δεύτερον δὲ ἐκ τοῦ ἀτομικοῦ ζῳώδους πανικοῦ, ὑπὸ τοῦ ὁποίου μονίμως κατατρύχεται, ἐκ τοῦ δεδικαιολογημένου φόβου μήπως περιέλθη εἰς τὸ παντὸς εἴδους προλεταριάτον. Ἀποτελεῖ δὲ ἡ τάσις αὕτη ἀμάχητον σχεδὸν τεκμήριον περὶ τοῦ βαθμοῦ τῆς πνευματικῆς του ἀναπηρίας. Τοιουτοτρόπως δημιουργεῖται αὐτόματος συρροὴ βλακῶν εἰς τὰς πάσης φύσεως ὀργανώσεις, αἴτινες, ἐὰν μὲν εἶναι συμφεροντολογικαί, διατηροῦν τουλάχιστον τὴν σοβαρότητα τῶν συμφερόντων των, ἐὰν ὅμως εἶναι «πνευματικαί» περιέρχονται σὺν τῷ χρόνῳ εἰς πλήρη βλακοκρατίαν. Εἰς τὸ φαινόμενον τοῦτο ὀφείλει τὸν ἐκφυλισμὸν τοῦ λ.χ. ὁ μασσωνισμός, oι ἁπανταχοῦ Ῥοταριανοὶ ὅμιλοι, ὅλοι oι «πνευματικοί» σύλλογοι, καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ... Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν!. Ἑπόμενον εἶναι κατόπιν τούτων, ὅτι ὅπως ἡ λεγεὼν τῶν βλακῶν ὠθεῖται ἀκατανικήτως πρὸς τὴν ἀγέλην καὶ πρὸς τὰς πάσης φύσεως ὀργανώσεις, οὕτω ὑφίσταται ἀκατανίκητον ἕλξιν ἀπὸ τὰς παντὸς εἴδους ἀγελαίας ἀντιατομικὰς καὶ ὁμαδιστικὰς θεωρίας, ἀπὸ τοῦ πάσης φύσεως παρεμβατισμοῦ ἢ διευθυνομένης οἰκονομίας ἢ 4ης Αὐγούστου μέχρι τοῦ σοσιαλισμοῦ καὶ τοῦ κομμουνισμοῦ (Ἄλλοι εἶναι οἱ ἐκμεταλλευταὶ τῶν θεωριῶν αὐτῶν). Τούτων δεδομένων ἐξηγεῖται καὶ ἡ ἀτελεύτητος καὶ αὐστηροτάτη ἐπιλογὴ βλακῶν εἰς τὰ ὁμαδικὰ συστήματα ἡ ὁποία, τὴ βοηθεῖα μίας πολιτικῆς βίας, κατοχυρούται καὶ ὡς πολιτικὸν καὶ κοινωνικὸν καθεστὼς (4η Αὔγουστου), τόσω μᾶλλον, ὅσο ἡ ἐλευθερία τῆς σκέψεως, χρήσιμος μόνον εἰς ἐκείνους, οἵτινες διαθέτουν σκέψιν, εἶναι μονίμως καὶ ἐξόχως ἀντιπαθητικὴ εἰς τοὺς βλᾶκας, διότι ἀσκουμένη ὑπὸ τῶν ἄλλων στρέφεται ἐναντίον των, ἴδια ὁσάκις οὗτοι κατέχουν ἐξουσιαστικὰς θέσεις, ἢ ἔχουν συνδέση συμφέροντα μὲ τοὺς κατέχοντας αὐτάς. Ἡ ἔλλειψις ἰδίας γνώμης, ἡ κολακεία καὶ ἡ ρᾳδιουργία (ἴδε κατωτέρω) τοὺς προορίζουν ἄλλως τὲ εἰδικῶς διὰ τὰς καταστάσεις ταύτας. Ἡ ἀκατανίκητος ἐπίσης τάσις τῶν βλακῶν πρὸς τὰς πάσης φύσεως ἀγελαίας ἐμφανίσεις (κοσμικαὶ συγκεντρώσεις καὶ causerie τρεφομένη ἐκ τῶν περιεχομένων τῶν ἐφημερίδων καὶ τῶν ραδιοφώνων, μόδα, κλπ.) καὶ διακρίσεις (τίτλοι, διπλώματα παράσημα) εἶναι κατόπιν τῶν ἀνωτέρω αὐτονόητος.





Συνεχίζεται.

(Για την αντιγραφή : Κωστής Τζαγκαράκης)

Να φύγουμε από τον φαύλο κύκλο

 
Όχι στην κυριαρχία της μετριότητας
γράφει ο Παναγιώτης Αλεβιζάκης
 
Η πολιτική παρακμή που διέρχεται ο τόπος μας δεν μπορεί να μας αφήνει αδιάφορους. Η μετριότητα έχει γίνει κανόνας. Ο τόπος φαντάζει να έμεινε ορφανός από ικανούς και φωτισμένους πολίτες που θα μπορούσαν να πάρουν την τύχη  του στα χεριά τους. Όμως υπάρχει και η Ελλάδα της δημιουργίας, του πολιτισμού και των αξιών. Δεν είναι τυχαία η παρουσία συμπατριωτών μας στην οικονομική, επιστημονική, πολιτισμική ζωή της χώρας και στο εξωτερικό που δρουν και αποδεικνύουν ότι εκτός της Ελλάδας της μιζέριας, υπάρχει και η άλλη Ελλάδα της δημιουργίας και της προόδου. Αυτοί όμως δεν είναι στο προσκήνιο του πολιτικού και κοινωνικού γίγνεσθαι του τόπου.
 
Έχουν αποχωρήσει οι ενεργοί πολίτες εδώ και καιρό από την ζωή του τόπου και αφήσαν χώρο σε κάθε μετριότητα, να τη «χειρίζεται» . Και σαν να μην έφτανε αυτό, οι μέτριοι που διοικούν ότι καινούργιο και ανήσυχο ξεπροβάλει, το λιθοβολούν, προκειμένου να διαιωνίζουν την κυριαρχία τους και την μετριότητα τους. Η κυριαρχία της μετριότητας έχει αναπτύξει και δίκτυο συνεργασίας μετριοτήτων από όλο το πολιτικό φάσμα προκειμένου , οποία φωνή τολμήσει να ορθώσει λόγο και ανάστημα , να απομονωθεί και να αφοριστεί εν τη γένεση της.

Μοιραία έφτασε ο τόπος να  διοικείται  από ξένα κέντρα αφού όλος ο πλούτος και οι ευκαιρίες  σπαταλήθηκαν από τις μετριότητες . Και τώρα πορευόμαστε με την διοίκηση άλλων και τις επευφημίες όλων αυτών που οδήγησαν την χωρά στην καταστροφή.

Σημασία  όμως στην ζωή έχει να ξανακάνεις την αρχή , για ένα μεγάλο ταξίδι , ένα μεγάλο όνειρο. Σημασία έχει σήμερα όσοι νιώθουν την ανάγκη να επηρεάσουν και να συνεισφέρουν στο γίγνεσθαι του τόπου, να ξαναξεκινήσουν για το όνειρο για να επηρεάσουν την πολιτική , οικονομική, πολιτισμική και κοινωνική ζωή του τόπου. Σημασία έχει να παρέμβουν  όλοι οι άνθρωποι που  επιθυμούν  για να φύγουμε από το φαύλο κύκλο που μας έχουν οδηγήσει και  που εμείς  τους το επιτρέψαμε  με την σιωπή και την ανοχή μας.

Τρίτη 27 Ιουλίου 2010

Στίχοι από το υπό έκδοση ποίημα "Πατρίδα των καιρών" του Γ. Δουατζή

Με τους αιώνες να περνάνε βιαστικοί
ήρθε λοιπόν τούτη η μεγάλη ώρα

να μιλήσουμε σπάζοντας εκείνα
τα κελύφη της εσωστρέφειας
που αφάνισε συλλογικά αιτούμενα
κι έφερε δάκρυα στα μάτια
των παιδιών και των αθώων
κι ευδαιμονία πλαστική
σκιά βαριά
στα δίκια των ανθρώπων

κι από την έλλειψη θα γεννηθούν
τα μεγαλύτερα τραγούδια

Πως σε κατάντησαν πατρίδα οι δημοκόποι, πως..
με περιούσιο λαό χωρίς περιουσία
σε εξαπάτησαν με ψεύτικα φτιασίδια
σε κλείσανε στα τείχη τους
σε αλωνίζουν οι προστάτες
κι έγινες η περήφανη εσύ
τώρα ζητιάνα των βαρβάρων
που της στερήσανε το φως
για να εισπράξουμε έστω αργά
πως δεν υπάρχει πιο μεγάλη ενοχή
από την ανοχή μας

Πρόσφατες Συνεντεύξεις του Δ. Μπουραντά

 
1. «Η ποιοτική λογοτεχνία είναι αδύναμη να επηρεάσει την κυρίαρχη κουλτούρα» (www.artmag.gr)
2. «Για την κρίση ευθύνεται το τεράστιο έλλειμμα ηγεσίας στο πολιτικό σύστημα», Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΠΕΝΔΥΤΗ, (διαβάστε στο www.i-reporter.gr)
3. «To χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα απαιτεί πολιτικές πρωτοβουλίες από ανθρώπους εκτός συστήματος», (www.newstrap.gr)
4. «Κάνοντας τις αξίες πράξη», ΗR Professional Ιούλιος 2010.
5. «Το χρήμα ποτέ δεν κοιμάται», (www.i-reporter.gr)

Σάββατο 17 Ιουλίου 2010

Εμπιστοσύνη. Η συγκολλητική ουσία στις ανθρώπινες σχέσεις και στον κοινωνικό ιστό. (δεύτερο μέρος)

Αφού παρέθεσα στο πρώτο μέρος τα εξωτερικά (τα εμφανή) χαρακτηριστικά του ανθρώπου που μπορεί να εμπνέει εμπιστοσύνη, θα προχωρήσω επιχειρώντας να συσχετίσω βαθύτερα χαρακτηριστικά και αρετές του, που αλληλοτροφοδοτούνται μέσα στην προσωπικότητά του.
Βαθύτερα μέσα του ο άνθρωπος εμπιστοσύνης έχει αρετές πολύ σημαντικές στις οποίες εμμένει ανυποχώρητα.Ας δούμε μερικές από αυτές:


Αυτοκυριαρχία
που σημαίνει: Είμαι κύριος του εαυτού μου και κρατάω κάθε μέρα και πιο δυνατά στα χέρια μου τη ζωή μου.
Αυτό συνεπάγεται “Ανάληψη των ευθυνών μας”. Σημαίνει ότι είμαστε πάντοτε πρόθυμοι και έτοιμοι ώστε:
  • να αναλαμβάνουμε όλη την ευθύνη για τις επιπτώσεις των λόγων και των πράξεών μας, ολόκληρη την ευθύνη για τα αποτελέσματα της προσωπικής δουλειάς μας,
  • σε μια ισότιμη συνεργασία (π.χ. μεταξύ συναδέλφων ή συνεργατών) αναλαμβάνουμε πρώτοι και θαρραλέα το μερίδιο της ευθύνης που μας αναλογεί και
  • όταν είμαστε προϊστάμενοι ή ηγέτες μιας ομάδας αναλαμβάνουμε ολόκληρη την ευθύνη στις αποτυχίες της ομάδας μας και όταν η ομάδα σημειώνει επιτυχίες, αποδίδουμε επαίνους στην ομάδα κι όχι στον εαυτό μας.
Αισθάνομαι Κύριος του Εαυτού μου σημαίνει ότι ποτέ δεν ρίχνω την ευθύνη στους άλλους, αλλά ούτε στη μοίρα και την τύχη για τις δικές μου αποτυχίες.
Γνωρίζω καλά πως δεν είμαι κι ούτε πρόκειται να γίνω ποτέ αλάθητος.Είμαι λοιπόν έτοιμος να αποδεχτώ το λάθος μου και να το αναγνωρίσω αμέσως με θάρρος και ειλικρίνεια και αν χρειαστεί να το κάνω και δημοσίως.Είμαι επίσης έτοιμος αμέσως μετά να αναζητήσω τα αίτια του λάθους και τον τρόπο να το διορθώσω αλλά και να διορθωθώ εγώ ο ίδιος.
Αν το λάθος ήταν δικό μου και έγινε μέσα σε μια ομαδική συνεργασία αναλαμβάνω προσωπικά την ευθύνη της επανόρθωσης και αυτό καθησυχάζει τους συνεργάτες μου καθώς ξέρουν ότι δεν θα δεχτούν εκείνοι άδικες μομφές ή κατηγορίες ούτε και όλα τα βάρη της επανόρθωσης.

Η Υπευθυνότητα είναι συστατικό της αυτοκυριαρχίας.

Υπευθυνότητα σημαίνει επίσης ότι σε μια συνεργασία και σε κάθε συμφωνία με άλλους για κοινή δράση, είμαι αυστηρός στην εφαρμογή των συμφωνηθέντων αλλά και ταυτόχρονα επιεικής, δηλαδή δίκαιος τόσο με τον εαυτό μου όσο και με τους συνεργάτες μου.

Υπευθυνότητα σημαίνει ότι μπροστά σε απρόσμενες δυσκολίες, δεν θα είμαι εγώ που θα κάνω πρώτος πίσω και ότι γίνομαι παράδειγμα υπομονής και επιμονής και αποκούμπι για τους αδύναμους.

Η αυτοπειθαρχία είναι συστατικό της υπευθυνότητας.

Αυτοπειθαρχία σημαίνει ότι έχω επίπονα εξασκήσει τον εαυτό μου να είμαι ικανός να κάνω αυτά που πρέπει είτε μου αρέσουν είτε όχι προκειμένου να πειθαρχώ στους κανόνες ή στις συμφωνίες μιας ομάδας όπου συμμετέχω.Αυτοπειθαρχία σημαίνει να τιμώ πρώτα απ’ όλα τις δεσμεύσεις μου απέναντι στον εαυτό μου (που είναι και το δυσκολότερο).


Ταπεινότητα.
Δεν εννοούμε τη σεμνοτυφία - την υποκριτική ταπεινότητα, δεν εννοούμε τη ντροπαλή στάση ούτε την υποτίμηση του εαυτού μας σε σχέση με τους άλλους. Η ταπεινότητα δεν κάνει φασαρία αλλά και δεν προκαλεί τα βλέμματα με την επιτηδευμένη δήθεν υποχωρητικότητα και την επίπλαστη ευγένεια.
Ταπεινότητα εννοούμε τη στάση εκείνη που ακόμη και αν είσαι γεμάτος “βραβεία και παράσημα”, δεν τα κουβαλάς μαζί σου επιδεικνύοντάς τα οπουδήποτε βρεθείς. Αποφεύγεις τους κομπασμούς και την φλυαρία για τον εαυτό σου σε δημόσιες εμφανίσεις, αποφεύγεις τις παγίδες που σου στήνουν οι κόλακες.

Κανείς ποτέ δεν μπορεί να σε χαρακτηρίσει αλαζόνα.


Ταπεινότητα δεν σημαίνει να είσαι υποχωρητικός ή να ψαλιδίζεις τα φτερά σου ή να καταπνίγεις την ορμή, την τόλμη και την αγωνιστικότητά σου.

Έχεις αυτή τη γνήσια ταπεινότητα όταν είσαι διαρκώς αυτοκριτικός και αυστηρός με τον εαυτό σου χωρίς όμως να γίνεσαι ανελέητος μαζί του, χωρίς να γίνεσαι ενοχικός και βασανιστικός. Ταπεινός δεν είναι αυτός που διαρκώς αυτομαστιγώνεται.
Επίσης ταπεινότητα είναι όταν συχνά αναζητάς την κριτική των άλλων αξιολογώντας την και αξιοποιώντας την για να βελτιώνεσαι.

Η ταπεινότητα είναι παιδί της αυτογνωσίας.


Μπορείς, είτε με συντριβή για τα μεγάλα λάθη σου είτε με άνεση για τα μικρά σου, να αναγνωρίζεις όλα τα λάθη σου; Βεβαίως μπορείς όταν έχεις ανά πάσα στιγμή επίγνωση των αδυναμιών και μειονεκτημάτων σου, επίγνωση των περιορισμών των ικανοτήτων σου και των περιορισμών της πραγματικότητας.

Όταν η ταπεινότητά σου είναι γνήσιο τέκνο της αυτογνωσίας σου, τότε θα είσαι άτομο με υψηλή αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση χωρίς ίχνος αλαζονείας ή ναρκισσισμού.
Τότε γνωρίζεις την αξία σου, τις ικανότητές σου, την υπεροχή σου ενδεχομένως αλλά ποτέ δεν σπεύδεις να τα προβάλεις με λόγια πριν αυτά εκδηλωθούν μέσα από τους καρπούς των πράξεών σου.
Ο ταπεινός μπορεί να έχει κι αυτός τις δικές του φιλοδοξίες και ανάγκες να ανέβει ψηλά. Έχει στόχους που εξυπηρετούν τους ανώτερους σκοπούς της δικής του ζωής αλλά βρίσκει πάντοτε τον τρόπο να τα υποτάσσει αν χρειαστεί ή να τα εντάσσει ανάμεσα στις φιλοδοξίες, τις ανάγκες και τους στόχους της ομάδας ή κοινότητας όπου ανήκει, του οργανισμού ή της επιχείρησης όπου εργάζεται, της πατρίδας που υπηρετεί.

Απλότητα.


Η απλότητα έχει πιο άμεση σύνδεση με το ένστικτο, τη διαίσθηση και την ενόραση (ενδοσκόπηση) και γι αυτό δημιουργεί σκέψεις και σχέσεις ουσίας και συμπαράστασης.

Δεν μιλάμε βεβαίως για απλοϊκότητα, δεν μιλάμε για πρωτογονισμό, δεν μιλάμε για την έλλειψη μόρφωσης και καλλιέργειας. Μιλάμε για την συνεχή ελαχιστοποίηση της περιπλοκότητας. Απλό είναι αυτό που απομένει όταν αφαιρούμε τα περίπλοκα, τις δαιδαλώδεις διαδρομές και τους πολυσύνθετους γρίφους.

Ζούμε ωστόσο σ’ ένα κόσμο περίπλοκο, γεμάτο ποικιλόμορφες και αλληλένδετες εξαρτήσεις. Πορευόμαστε μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο επιδιώκοντας πολλούς και αντικρουόμενους στόχους, διότι μέσα μας μαίνονται θύελλες εσωτερικών συγχύσεων και εσωτερικών συγκρούσεων.
Οι διαδρομές της δράσης μας γίνονται δαιδαλώδεις γιατί τέτοιες είναι πολύ συχνά και οι διαδρομές της σκέψης μας.

Θέλουμε να λύσουμε τα προβλήματά μας και αντί να τα απλοποιούμε, τα κάνουμε περιπλοκότερα. Αυτό όμως γίνεται γιατί δεν αναγνωρίζουμε ή και διότι δεν αποδεχόμαστε τα δεδομένα και τους περιορισμούς που υπάρχουν σε κάθε πρόβλημα. Δεν ορίζουμε σωστά τα προβλήματα.
Θέλουμε λύσεις του τύπου “και την πίτα ολάκερη και τον σκύλο χορτάτο”. Θέλουμε κέρδη χωρίς να καταβάλουμε το κόστος. Θέλουμε “μόνον τα εύκολα” και μάλιστα τα θέλουμε “εδώ και τώρα”. Γινόμαστε υπερβολικοί μέχρι και άπληστοι και αυτό εκτός απ’ όλα τα δεινά και την σπατάλη δυνάμεων, κάνει και τη ζωή μας ακόμη πιο περίπλοκη.
Ο απλός άνθρωπος δεν κάνει τη ζωή του ακόμη πιο περίπλοκη αλλά ακόμη πιο απλή. Δεν ανακατεύει, δεν συγχωνεύει πολλά προβλήματα μαζί αλλά κάνει το αντίθετο. Αναλύει και διασπά τα σύνθετα προβλήματα σε μικρότερα και απλούστερα ώστε να τα κατανοεί και να τα χειρίζεται καθένα ξεχωριστά και έτσι και ευκολότερα.

Ο απλός άνθρωπος απέναντι στα προβλήματα τοποθετεί απλές ξεκάθαρες ερωτήσεις: Που είναι το πρόβλημα; Τι με ενοχλεί; γιατί με ενοχλεί; Τι θέλω και τι δεν θέλω; Τι μέσα και τι πόρους διαθέτω για να το λύσω; Έχω τις γνώσεις και την εμπειρία κι αν όχι που θα τα αναζητήσω;

Ο απλός άνθρωπος έχει πάντοτε έτοιμες τις απαντήσεις σε τέτοιες απλές ερωτήσεις γι αυτό και μπορεί να τις ταιριάζει κάθε φορά σε κάθε του πρόβλημα. Ο απλός άνθρωπος είναι ξεκάθαρος μέσα του.

Η απλότητα είναι ένα ακόμη τέκνο της αυτογνωσίας.


Ο απλός άνθρωπος δεν έχει σύγχυση γύρω από το ποιος είναι και τι θέλει. Απλός είναι εκείνος που έχει επίγνωση των αναγκών του και των επιθυμιών που αυτές γεννούν. Έχει επίσης ξεκάθαρη επίγνωση των αρχών και των αξιών του καθώς και των πεποιθήσεων που αυτές συντηρούν. Ο απλός άνθρωπος δηλαδή ξέρει ποιες επιθυμίες του είναι θεμιτές και ποιες όχι με βάση τις αρχές, τις αξίες και τις πεποιθήσεις του.

Ξέρει λοιπόν τι θέλει και από αυτά που θέλει, ξέρει ποια μπορεί να επιδιώξει τώρα και ποια αργότερα. Έτσι βάζει στους σκοπούς του μια σειρά σπουδαιότητας και τους στόχους που θα εξυπηρετήσουν τον κάθε σκοπό, σε ένα ρεαλιστικό χρονοδιάγραμμα.Με δυο λόγια μπορούμε να πούμε ότι:

“Ο απλός άνθρωπος είναι ικανός να βάζει τάξη στη ζωή του αλλά και το φροντίζει διαρκώς ”.


Ο απλός άνθρωπος έχει ταυτότητα που την ορίζει ο ίδιος, έχει επίγνωση της δικής του αφετηρίας και του δικού του προορισμού, δεν περιπλανιέται ποτέ χωρίς πυξίδα κι όποτε συμβεί οι εξωτερικές περιστάσεις να τον εμπλέξουν στα περίπλοκα και δαιδαλώδη, εκείνος έχει πάντοτε δεμένο σε μιαν άκρη τον δικό του μίτο της Αριάδνης.


Στον απλό άνθρωπο, όλα μέσα του είναι ξεκάθαρα και διάφανα.Είναι άνετα ειλικρινής με τους άλλους αφού πρώτα μπορεί να είναι όσο γίνεται πιο ειλικρινής με τον εαυτό του (που είναι και το δυσκολότερο).
Δεν κρύβει τις προθέσεις του γιατί έχει ήδη κάνει τις επιλογές του.Δεν τον παιδεύουν οι φιλοδοξίες του γιατί δεν είναι λερωμένες με την απληστία.
Δεν ανακατεύεται σε παιχνίδια απληστίας και δεν μπερδεύεται μέσα σε παιχνίδια ανταγωνισμού. Αναγνωρίζει στον εαυτό του το δικαίωμα να θέλει πολλά, να θέλει μεγάλα και σπουδαία επιτεύγματα αλλά τα διεκδικεί με τον προσωπικό του αγώνα και με έντιμες απλές και αποτελεσματικές συνεργασίες. Δεν τα διεκδικεί από τα δικαιώματα των άλλων και δεν εκμεταλλεύεται ποτέ τους άλλους. Έτσι μπορεί και γίνεται επιτυχημένος χωρίς να κάνει τη ζωή του περίπλοκη.

Στο τρίτο και τελευταίο μέρος θα εξετάσω την αμοιβαιότητα εμπιστοσύνης στις διαπροσωπικές σχέσεις και μετά από αυτό μπορούμε μέσα από τον διάλογο αυτού του φιλόξενου ιστοχώρου, να εξετάσουμε όλοι μαζί το ίδιο, στην ανώτερη κλίμακα των σχέσεων πολίτη και πολιτείας.
Νίκος Νημάς.